Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

middle course


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο middle παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: course
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
middle n(distance: halfway point)μέση ουσ θηλ
 The 50-yard line is in the middle of the football field.
 Η γραμμή του κέντρου βρίσκεται στη μέση του ποδοσφαιρικού γηπέδου.
middle n(centre)μέση ουσ θηλ
  κέντρο ουσ ουδ
 There is a dot in the middle of the circle.
 Υπάρχει μία τελεία στη μέση (or: στο κέντρο) του κύκλου.
middle n(time: halfway point)μέση ουσ θηλ
  μέσο ουσ ουδ
  μισά ουσ ουδ πλ
 I lost interest in the middle of the film.
 Βαρέθηκα στη μέση (or: στα μισά) της ταινίας.
middle adj(distance: halfway)μέσο ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)μισά ουσ ουδ πλ
 He stopped to rest in the middle point of his journey.
 Σταμάτησε να ξεκουραστεί στο μέσο της διαδρομής του.
 Σταμάτησε να ξεκουραστεί στα μισά της διαδρομής του.
middle adj(intermediate)μεσαίος, ενδιάμεσος επίθ
 This project has five phases; we are currently working on one of the middle phases.
 Αυτό το έργο έχει πέντε φάσεις. Αυτή τη στιγμή δουλεύουμε σε μία από τις μεσαίες φάσεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
middle adj(period of a language)μεσαιωνικός επίθ
 Many people don't realise that Chaucer wrote "The Canterbury Tales" in Middle English.
 Πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν ότι ο Τσόσερ έγραψε τις «Ιστορίες του Καντέρμπουρι» σε μεσαιωνικά αγγλικά.
middle ninformal (waist)μέση ουσ θηλ
 His middle kept expanding, so he had to buy new, bigger clothes.
 Η μέση του γινόταν ολοένα και πιο φαρδιά και έτσι έπρεπε να αγοράσει καινούρια, μεγαλύτερα ρούχα.
middle n(middle part of a syllogism)μέσος επίθ ως ουσ αρσ
 (κατά λέξη)μέσος όρος επίθ + ουσ αρσ
 In a syllogism, the middle is excluded from the conclusion.
 Σε ένα συλλογισμό, ο μέσος (or: μέσος όρος) αποκλείεται από το συμπέρασμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in the middle adv(in the centre)στο κέντρο, στο μέσο έκφρ
 The area in the middle is called the bull's eye.
in the middle adv(inside)μέσα επίρ
 This pastry has custard in the middle.
 Αυτό το γλύκισμα έχει κρέμα μέσα.
in the middle of [sth] prep(at the centre of) (με γενική)στο κέντρο περίφρ
  στη μέση περίφρ
 The Temple of Confucius is in the middle of the city.
 Ο Ναός του Κομφούκιου είναι στο κέντρο της πόλης.
in the middle of [sth] prep(time period)στη μέση του/της περίφρ
 Audrey was awoken by a noise in the middle of the night.
in the middle of [sth] prep(among)ανάμεσα σε κτ, μέσα σε κτ περίφρ
 (επίσημο: με γενική)εν μέσω περίφρ
 In the middle of the skyscrapers stood one tiny house.
in the middle of [sth] prep(still involved in) (με γενική)στη μέση περίφρ
  σε εξέλιξη περίφρ
 We were in the middle of an argument when the phone rang.
 Το τηλεφώνημα μας έπιασε στη μέση μιας διαφωνίας.
 Είχαμε μια διαφωνία σε εξέλιξη, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
in the middle of doing [sth] prep(still doing) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 I can't talk to you now. I'm in the middle of fixing dinner.
 Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα. Ετοιμάζω το βραδινό.
in the middle of nowhere exprfigurative (in an insignificant place)στη μέση του πουθενά έκφρ
 Richard lived out in the middle of nowhere.
lower middle class n(income class)μικρομεσαία τάξη επίθ + ουσ θηλ
lower middle-class n as adj(of income class)της μικρομεσαίας τάξης περίφρ
  των μικρομεσαίων περίφρ
middle age n(mature years: 50s)μέση ηλικία επίθ + ουσ θηλ
 When Ray reached middle age, he knew he needed to do something to get his body in shape.
the Middle Ages npl(medieval period)Μεσαίωνας ουσ αρσ κύρ
 Most European societies were feudal during the Middle Ages.
 Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν φεουδαρχικές.
Middle America n(middle-class Americans as a group)μεσαία τάξη Αμερικάνων φρ ως ουσ θηλ
Middle America n(geography: US Midwest)κεντροδυτικές ΗΠΑ επίθ + ουσ θηλ πλ
Middle America n(links North and South America)κεντρική Αμερική επίθ + ουσ θηλ
middle C n(music: central note on piano) (μουσική)το μεσαίο Ντο του πιάνου περίφρ
 The music teacher played middle C so the choir could begin on key.
middle child n([sb] with older and younger siblings)μεσαίο παιδί επίθ + ουσ ουδ
 Roy was the middle child; he had an older brother and a younger sister.
middle class n(educated, well-off people)μεσαία τάξη επίθ + ουσ θηλ
 Their son is very rebellious and rejects the values of the middle class.
middle class n(between low and high income)μεσαία τάξη επίθ + ουσ θηλ
 With hard work, their family rose up from the working class to the more comfortable middle class.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά την οικονομική κρίση η μεσαία τάξη έχει μετατοπιστεί προς τα χαμηλότερα στρώματα της εργατικής τάξης.
middle class,
middle-class
adj
(educated and well off)που ανήκει στη μεσαία τάξη, της μεσαίας τάξης περίφρ
  μεσοαστικός επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 She comes from a very nice middle class family.
 Προέρχεται από μια πολύ συμπαθητική μεσοαστική οικογένεια.
middle ear n(middle portion of the ear)μέσο αφτί επίθ + ουσ ουδ
 (επίσημο)μέσος ους επίθ + ουσ αρσ
Middle East,
also US: Mideast
n as adj
(relating to the Middle East)μεσανατολικός επίθ
  της Μέσης Ανατολής περίφρ
 They were arguing about the country's Middle East policy.
 Διαφωνούσαν για την πολιτική της χώρας όσον αφορά τα μεσανατολικά ζητήματα.
Middle East,
also US: Mideast
n
(eastern Mediterranean region)Μέση Ανατολή επίθ + ουσ θηλ κύρ
 Yemen is the poorest country in the Middle East.
 Η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα στη Μέση Ανατολή.
Middle Eastern,
Middle-Eastern
adj
(of or from the Middle East)Μεσανατολίτικος, από την Μέση Ανατολή επίθ
 Middle Eastern cuisine is one of the healthiest on earth.
Middle Eastern,
Middle-Eastern
adj
(Eastern Mediterranean)από τη Μέση Ανατολή περίφρ
  της Μέσης Ανατολής περίφρ
 Sumac is a Middle Eastern spice made from ground berries.
Middle English (linguistics)μέση αγγλική γλώσσα, αγγλική γλώσσα μέσης περιόδου φρ ως ουσ θηλ
middle finger n(longest finger)μεσαίο δάχτυλο επίθ + ουσ ουδ
 (επίσημο)μέσος ουσ αρσ
 The middle finger is between the index finger and the ring finger.
 To "give someone the bird" is to extend your middle finger in an obscene gesture.
middle ground n(compromise)συμβιβασμός ουσ αρσ
 He wants a city break whereas I want a beach holiday, so we will have to find some middle ground.
 Θέλει διακοπές στην πόλη ενώ εγώ θέλω διακοπές στην θάλασσα, έτσι θα πρέπει να κάνουμε κάποιον συμβιβασμό.
middle initial n(first letter of middle name)αρχικό μεσαίου ονόματος ουσ ουδ
 My brother and I have different middle initials: his full initials are MJK and mine are MSK.
middle management (echelon of administration)στελέχη μέσου επιπέδου φρ ως ουσ ουδ
middle name n(second or additional given name)μεσαίο όνομα επίθ + ουσ ουδ
 I never use my middle name.
 His first name was Michael, but everyone called him by his middle name, John.
 Ποτέ δεν χρησιμοποιώ το μεσαίο μου όνομα.
middle of the road,
middle-of-the-road
adj
informal, figurative (average, mediocre)μέσος επίθ
  κοινός επίθ
  μέτριος επίθ
Σχόλιο: Hyphens are used when the term is an adjective that precedes the noun
 The band abandoned their experimental tendencies for a middle-of-the-road sound in an effort to sell more records.
middle of the road,
middle-of-the-road
adj
informal, figurative (politics: not extreme) (πολιτική)μέση οδός έκφρ
 His politics then were very middle of the road; they became radical later.
 Οι πεποιθήσεις του αρχικά ακολουθούσαν τη μέση οδό∙ αργότερα έγιναν ριζοσπαστικές.
middle of the road n(centre of a street) (κυριολεκτικά)μέση του δρόμου περίφρ
 The child froze in the middle of the road as the car sped towards him.
 Το παιδί πάγωσε στη μέση του δρόμου καθώς το αυτοκίνητο επιτάχυνε προς το μέρος του.
middle passage (part of the Atlantic)πέρασμα του Ατλαντικού φρ ως ουσ ουδ
middle school nUS (junior high)γυμνάσιο ουσ ουδ
 Parental support plays a vital role in helping preteens and teens succeed in middle school.
 Η υποστήριξη των γονέων είναι καίριας σημασίας και βοηθάει παιδιά της εφηβικής και προεφηβικής ηλικίας να τα πάνε καλά στο γυμνάσιο.
middle school nUK (school for ages 9-13)γυμνάσιο ουσ ουδ
 My 11-year-old son is at middle school.
middle-age spread n(bodily change)συσσώρευση λίπους στην κοιλιά λόγω ηλικίας φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)κοιλίτσα λόγω ηλικίας φρ ως ουσ θηλ
  σωσίβιο λόγω ηλικίας φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
middle-aged adj(in mature adulthood)μεσήλικας ουσ ως επίθ
  μέσης ηλικίας φρ ως επίθ
 The keenest internet shoppers are middle-aged men and women.
Middle-earth n(fictional place)Μέση Γη φρ ως ουσ θηλ κύρ
Σχόλιο: The setting for "The Hobbit", "The Lord of the Rings", and other works by English writer J.R.R. Tolkien (1892-1973).
middle-income adj(middle-class)μέσου εισοδήματος φρ ως επίθ
  μεσαίου εισοδήματος φρ ως επίθ
middle-size,
medium-size
n as adj
(of medium dimensions)μεσαίου μεγέθους φρ ως επίθ
  μεσαίος επίθ
midsized,
middle-sized
adj
(of medium dimensions)μεσαίου μεγέθους φρ ως επίθ
piggy in the middle nUK (ball game) (παιδικό παιχνίδι)κορόιδο ουσ ουδ
smack in the middle advinformal (right in the centre)ακριβώς στο κέντρο, ακριβώς στη μέση περίφρ
 The golfer's shot landed smack in the middle of the lake.
the middle of nowhere nfigurative (remote place)η μέση του πουθενά έκφρ
the upper middle class n(wealthy, highly-educated people)μεγαλοαστική τάξη επίθ + ουσ θηλ
 Paying college tuitions nowadays can be difficult even for families in the upper middle class.
upper-middle-class n as adj(wealthy)μεγαλοαστικός επίθ
 (άτομο)μεγαλοαστός επίθ
 Her upper-middle-class parents sent her to the best schools.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση middle course στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «middle course».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!